Αγαπητοί φίλοι, ταξιδιώτες που τυγχάνει να περάσετε
από εδώ, το περιοδικό δεν εκδίδεται πια.
Ευ χ α ρ ι σ τ ώ εσάς που τιμήσατε το περιοδικό με τα γραφτά σας
και που η γνωριμία μας υπήρξε βασική πηγή ενέργειας και χαράς.
Ευχαριστώ, επίσης, όσους μας έχουν αποστείλει κείμενα και βιβλία
τους.
Ζητώ συγγνώμη που άφησα να περάσει τόσος καιρός χωρίς να απαντήσω
σε όλους και δίχως να ενημερώσω τη σελίδα.
Το
έκτο τεύχος είχε σχεδόν ολοκληρωθεί όταν πήρα την απόφαση να μην
προχωρήσω στην εκτύπωσή του. (Θα αναρτηθούν, κάποια στιγμή, αρκετά
από τα κείμενα που περιελάμβανε).
Μεταφέρω
εδώ το κείμενό μου του αποχαιρετισμού:
Αγαπητέ
Αναγνώστη,
Επίτρεψέ
μου να ακουμπήσω εδώ, να μοιραστώ μαζί σου μερικές σκέψεις μου
και να σ' αποχαιρετήσω αφού με το τεύχος που κρατάς στα χέρια
σου κλείνει η μικρή διαδρομή της έκδοσης του περιοδικού Ψιχάδι.
Ένα
"σύγχρονο πολιτιστικό περιοδικό" περικλείει πολλαπλές
δυνατότητες.
Πολύωρες υπήρξαν οι αναζητήσεις που αφορούσαν στη μορφή και το
περιεχόμενο του κάθε τεύχους.
Η
υλοποίηση ενός τέτοιου εντύπου, που δεν είναι μόνο λογοτεχνικό
και δε θέλει ν' αποτελέσει κάτι "κλειστό" αλλά αντιθέτως
ν' απλωθεί, όσο περισσότερο είναι δυνατό, προς κάθε πηγή αξιόλογης
δημιουργίας (όχι μονάχα εγχώριας), ενός εντύπου που δε ζητά να
ακολουθήσει κάποια πεπατημένη, μα να καταφέρει κάτι ίσως καινοτόμο,
δεν αποτελεί βέβαια μια εύκολη υπόθεση. Όταν, ιδίως, δεν έχεις
πριν από το ξεκίνημα ιχνογραφήσει τους ίσκιους της πραγματικότητας
στα σύνορα τού ανυποψίαστου ακόμα κόσμου σου.
Μηχανισμοί
επιβίωσης αναφύονται κι έρχονται σε σύγκρουση με τη φύση ενός
τέτοιου περιοδικού η οποία (θα πρέπει να) συνιστά μια ένσταση
απέναντι σε κάθε ευτελισμό. Και 'κείνης, νομίζω, της καθημερινότητας
αυτών που επιχειρούν την έκδοση του.
Διάφορες
-αντίθετες θα τις αποκαλούσα- σκέψεις ξεκίνησαν κάποια απροσδιόριστη
στιγμή να βάλλουν το εγχείρημα όπως:
- τι θα μπορούσε να προσφέρει ένα έντυπο σε μια εποχή που δίνοντας
μια λέξη στο στόμα τού google φανερώνεται ό,τι ζητήσεις; [Κέρμα-λέξη
... και με συγχωρείς για τον πρόχειρο συνειρμό...Αντιπαρέθετα
τη χάρτινη σκουριά της κόλλας, το δάκρυ που την υγραίνει, τη ζέστα
των χεριών που την αγγίζουν και κόπαζε -για όσο- ο αντίλαλος του
ερωτήματος].
- Θα μπορούσαν να βρεθούν οι τρόποι ώστε το οικονομικό μέρος να
διεκπεραιώνεται χωρίς να επηρεάζεται η διάθεση, η αισιοδοξία ή
κι ακόμα, η προσλαμβάνουσα στο διάβασμα ή το γράψιμο; (Πάνω στα
τιμολόγια ένα κείμενο λογοτεχνικό, πλάι σε μια διαφήμιση ένα ποίημα,
πιο κει μια αίτηση χορηγίας)
- Πώς θα γινόταν τη στιγμή που απευθυνόμουν -στο κράτος ειδικά-για
κάποια χορηγία να μην αισθάνομαι ότι επιχειρώ κάτι σχεδόν ανάρμοστο
και οξύμωρο;...
-Πόση απόσταση μπορούσες να κρατήσεις από το προσωπικό σου γούστο
για να επιλέξεις κείμενα και θέματα -για να μπουν την ίδια στιγμή
στην άκρη κάποια άλλα- που η απόφαση αυτή να συνιστά μια πράξη
δικαιοσύνης απέναντι στους αναγνώστες, στον συγγραφέα/ εισηγητή
τους αλλά και απέναντι στον εαυτό σου;
Κι
ολοένα πλήθαιναν οι ώρες που σκυφτές περνούσανε...
Πράγματα
που υπό κανονικές συνθήκες τα προσπερνάς ή στέκεσαι λίγη ώρα μονάχα
κοντά τους, θέριευαν και ωθούσαν το αίσθημα της ματαιότητας, της
αδυναμίας και της κόπωσης, να ζυγώνουν το σκοπό και το νόημα.
Πολλοί
σιωπούν με έναν καθρέφτη μπροστά τους, η αγκαλιά τους στενεύει,
χωράει μονάχα ό,τι συμφέρει.
Εν
τέλει η όλη διαδικασία αποβαίνει σε προσωπική υπόθεση...
Η
αγάπη για τα έργα τού ανθρώπου και το συγκλονιστικό (τραγικό)
σχήμα της φωνής του απέναντι στο άπειρο του χρόνου και του αινίγματος
της ύπαρξης, μπαίνει στο δύσκολο κανάλι του επαναπροσδιορισμού
της.
Το
φίνο αγκάλιασμα δημιουργού, εκδότη, αναγνώστη -περιοδικού χρειάζεται
χρόνο και τριβή, "διάδραση", για να χρησιμοποιήσω μια
λέξη της εποχής. Κι ο χρόνος, χρειάζεται... χρόνο για να αφουγκραστείς
την καρδιά των πραγμάτων. Μια διάσταση που, όσο σχετική, ρευστή
ή ...ανύπαρκτη κι αν είναι, δυνάστευσε - συνοδευόμενη και από
τα όσα ακροθιγώς ανέφερα - τη βραχύβια ζωή του Ψιχαδιού κι επέφερε
το τέλος του.
Δε
μιλώ με πίκρα. Πώς θα μπορούσα; Δυσανάλογα με τη διάρκεια της
έκδοσης, ήταν τα αποκτήματα.

Πρωτάκουσα
για τον Ηλία Κωνσταντίνου* μόλις τον περασμένο χρόνο. Δεν χρειάστηκε
πολύ για να αρχίσει να σχηματίζεται η όψη του από ανθρώπους που
τον γνώρισαν και πια να τον συναντώ σε γωνιές και δρόμους τής
Λεμεσού, έναν ακόμα σκοτεινό άγγελο.
Το
αφιέρωμα στον Ηλία Κωνσταντίνου αρμόζει στο σημείο του κύκλου
όπου οι δύο άκρες της γραμμής αόρατα συναντιούνται, λάμποντας
καθώς εικόνα που ανασύρεται γερή μέσα από τα χαλάσματα του χρόνου
ή το εκκωφαντικό βουητό του εαυτού μας. Του κύκλου μιας ζωής,
μιας εποχής, ενός περιοδικού... Για ν' αρχίσει ένας άλλος κύκλος
βγαλμένος μέσα από τα σπλάχνα τού προηγούμενου.
Ρ.Ν.

*
Έχεί δημιουργηθεί ιστοσελίδα για τον Ηλία: http://hliask.wordpress.com